Monday, December 22, 2025

Η αοριστία του μερικού περιορισμού της απαίτησης στη διαταγή πληρωμής

 


Σχόλιο στην  Απόφαση 344/2025 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς


1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Η υπ’ αριθμ. 344/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς παρουσιάζει ιδιαίτερο επιστημονικό και πρακτικό ενδιαφέρον, καθώς πραγματεύεται με συστηματικό τρόπο ένα ζήτημα που απαντά συχνά στην τραπεζική και μετατραπεζική πρακτική: τον μερικό περιορισμό της απαίτησης κατά την έκδοση διαταγής πληρωμής και τις συνέπειες της αοριστίας του περιορισμού αυτού.


Το Δικαστήριο ακυρώνει διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε υπέρ ειδικού εκκαθαριστή πιστωτικού ιδρύματος, κρίνοντας ότι ο περιορισμός του αιτούμενου ποσού χωρίς εξειδίκευση των επιμέρους κονδυλίων καθιστά τη διαταγή πληρωμής αόριστη και ακατάλληλη να λειτουργήσει ως εκτελεστός τίτλος.


Η απόφαση υπερβαίνει τον στενό τυπικό έλεγχο και συνδέει το ορισμένο της διαταγής πληρωμής με τη δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησης ανακοπής εκ μέρους του οφειλέτη.


2. Το νομικό πλαίσιο της διαταγής πληρωμής και ο περιορισμός της απαίτησης


Κατά τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, η διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί μόνο για εκκαθαρισμένη και βέβαιη χρηματική απαίτηση, αποδεικνυόμενη με έγγραφα. Η εκκαθάριση της απαίτησης δεν απαιτεί αναλυτική αιτιολογία, προϋποθέτει όμως ότι το οφειλόμενο ποσό μπορεί να προσδιοριστεί είτε άμεσα είτε μέσω απλού αριθμητικού υπολογισμού (άρθρο 916 ΚΠολΔ).


Η νομολογία έχει παγίως δεχθεί ότι ο αιτών μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής για μέρος μόνο της συνολικής απαίτησής του, ακόμη και αν τα προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύουν μεγαλύτερο ποσό. Ο περιορισμός αυτός συνιστά άσκηση δικονομικής ευχέρειας και δεν απαιτεί αιτιολόγηση (ΑΠ 206/2023, ΟλΑΠ 30/2007).


Ωστόσο, όπως ορθά επισημαίνει η σχολιαζόμενη απόφαση, η ευχέρεια αυτή δεν είναι απεριόριστη.


3. Η ανάγκη εξειδίκευσης των κονδυλίων σε περίπτωση μερικού περιορισμού


Το κρίσιμο δογματικό σημείο της απόφασης έγκειται στη διάκριση μεταξύ:


  • επιτρεπτής μείωσης του αιτούμενου ποσού και

  • απαράδεκτης αοριστίας ως προς το αντικείμενο της εκτελεστής απαίτησης.


Το Δικαστήριο, ακολουθώντας τη νομολογία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και σύγχρονες αποφάσεις των ανώτερων δικαστηρίων, δέχεται ότι όταν η συνολική απαίτηση αποτελείται από περισσότερα κονδύλια (κεφάλαιο, τόκους, κεφαλαιοποιημένους τόκους, έξοδα κ.λπ.), ο μερικός περιορισμός είναι παραδεκτός μόνο εφόσον:


  1. Εξειδικεύεται ρητά ποια επιμέρους κονδύλια περιλαμβάνονται στο αιτούμενο ποσό, ή

  2. Πραγματοποιείται αναλογικός (ποσοστιαίος) περιορισμός της συνολικής απαίτησης, ώστε να μειώνονται σύμμετρα όλα τα κονδύλια.


Σε αντίθετη περίπτωση, η διαταγή πληρωμής δεν επιτρέπει τον σαφή προσδιορισμό της εκτελεστής απαίτησης και καθίσταται αόριστη.


4. Η αοριστία ως εμπόδιο στην άσκηση αποτελεσματικής ανακοπής


Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η απόφαση συνδέει άμεσα την αοριστία της διαταγής πληρωμής με τη δικονομική θέση του καθ’ ου.


Όπως επισημαίνεται:

  • ο οφειλέτης που ασκεί ανακοπή κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ φέρει το βάρος να προσβάλει συγκεκριμένα κονδύλια της απαίτησης,

  • η μερική ακύρωση της διαταγής προϋποθέτει ότι είναι σαφές ποια κονδύλια περιλαμβάνονται στο εκτελεστό ποσό.


Όταν, όμως, ο αιτών περιορίζει αόριστα το συνολικό ποσό, χωρίς κατανομή ή ποσοστιαία μείωση:


  • καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της λυσιτέλειας των λόγων ανακοπής,

  • δεν είναι δυνατή η μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής,

  • και τελικά παραβιάζεται η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.


Η αοριστία, επομένως, δεν αποτελεί απλό τυπικό ελάττωμα, αλλά πλήττει τη λειτουργία της διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου.


5. Η κρίση του Δικαστηρίου και οι πρακτικές της συνέπειες


Στην κρινόμενη υπόθεση, ο ειδικός εκκαθαριστής ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής για ποσό μικρότερο της συνολικής οφειλής, επιφυλασσόμενος για το υπόλοιπο, χωρίς όμως:

  • να διευκρινίζει ποια κονδύλια περιλαμβάνονται στο αιτούμενο ποσό,

  • ούτε να προβαίνει σε αναλογικό περιορισμό της συνολικής απαίτησης.


Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε υπό τα δεδομένα αυτά:

  • είναι αόριστη,

  • δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 916 ΚΠολΔ,

  • και δεν μπορεί να στηρίξει έγκυρη αναγκαστική εκτέλεση.


Κατά συνέπεια, ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής στο σύνολό της, χωρίς να εξετάσει τους λοιπούς λόγους ανακοπής.


6. Συμπεράσματα

Η ΜΠρΚιλκίς 344/2025 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα απόφασης που:

  • εμβαθύνει δογματικά στη λειτουργία της διαταγής πληρωμής,

  • θέτει σαφή όρια στη δικονομική ευχέρεια του δανειστή,

  • και ενισχύει ουσιαστικά τη θέση του οφειλέτη στο στάδιο της ανακοπής.

Το βασικό μήνυμα της απόφασης είναι σαφές:

ο μερικός περιορισμός της απαίτησης στη διαταγή πληρωμής είναι επιτρεπτός, όχι όμως και η αδιαφάνειά του.

Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο των μαζικών εκδόσεων διαταγών πληρωμής από τράπεζες, funds και ειδικούς εκκαθαριστές και αναμένεται να αποτελέσει χρήσιμο ερμηνευτικό οδηγό τόσο για τους εφαρμοστές του δικαίου όσο και για τη δικαστηριακή πρακτική.

Η απόφαση 1756/2025 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης

 


Η απόφαση 1756/2025 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης


Η συνεπιμέλεια μετά τον ν. 4800/2021 και τα όρια κάμψης της υπό το πρίσμα του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου

Περίληψη

Η παρούσα μελέτη αναλύει την υπ’ αριθμ. 1756/2025 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματεύεται την εφαρμογή του θεσμού της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας μετά τον ν. 4800/2021. Ειδικότερη έμφαση δίδεται στην ερμηνεία των άρθρων 1510 επ. ΑΚ, στη διάκριση μεταξύ του κανόνα της συνεπιμέλειας και των εξαιρετικών περιπτώσεων παρέκκλισης, καθώς και στη στάθμιση εξειδικευμένων αποδεικτικών μέσων υπό το πρίσμα του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου.


1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Η εισαγωγή του ν. 4800/2021 σηματοδότησε μία ουσιώδη μετατόπιση του ελληνικού οικογενειακού δικαίου, καθιερώνοντας τη συνέχιση της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας μετά τη λύση ή διακοπή της έγγαμης συμβίωσης ως γενικό κανόνα. Η νομολογιακή επεξεργασία της νέας ρύθμισης ανέδειξε ήδη από τα πρώτα έτη εφαρμογής της το ερώτημα κατά πόσον ο κανόνας αυτός λειτουργεί ως αμάχητο τεκμήριο ή εάν επιδέχεται ουσιαστικές εξαιρέσεις.

Η υπ’ αριθμ. 1756/2025 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης εντάσσεται στον πυρήνα αυτής της προβληματικής, προσφέροντας μία εκτενή και συστηματική αιτιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες η συνεπιμέλεια δύναται να καμφθεί.


2. Το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο

Το Δικαστήριο προβαίνει σε λεπτομερή ανάλυση των άρθρων 1510, 1511, 1513 και 1514 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την αναμόρφωσή τους με τον ν. 4800/2021. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι ο νομοθέτης ταυτίζει ρητά το συμφέρον του τέκνου με την ενεργό και ισότιμη συμμετοχή και των δύο γονέων στη ζωή του.

Ωστόσο, όπως ορθά επισημαίνεται, η κανονιστική υπεροχή του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου (άρθρο 1511 ΑΚ) παραμένει αδιατάρακτη. Η συνεπιμέλεια δεν συνιστά αυτοτελή αξία, αλλά λειτουργικό μέσο προς την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του ανηλίκου, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί αόριστη νομική έννοια, εξειδικευόμενη κατά περίπτωση.


3. Η έννοια της παρέκκλισης από τον κανόνα της συνεπιμέλειας

Κεντρικό στοιχείο της απόφασης αποτελεί η ερμηνεία του άρθρου 1514 παρ. 2 ΑΚ. Το Δικαστήριο υιοθετεί τη θέση ότι η απλή διαφωνία των γονέων δεν αρκεί για την ανάθεση της επιμέλειας σε έναν εξ αυτών, ευθυγραμμιζόμενο με τη σύγχρονη νομολογία του Αρείου Πάγου (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 78/2023).

Η παρέκκλιση από τον κανόνα της συνεπιμέλειας προϋποθέτει είτε:
α) σπουδαίο λόγο, που θέτει σε κίνδυνο το συμφέρον του τέκνου, είτε
β) πραγματική αδυναμία άσκησης της συνεπιμέλειας από τον έναν γονέα.

Η απόφαση απορρίπτει ρητά μία τυπική ή αυτοματοποιημένη εφαρμογή της συνεπιμέλειας, τονίζοντας ότι μία κατ’ επίφαση κοινή άσκηση, η οποία δεν εξασφαλίζει σταθερότητα και ασφάλεια για το τέκνο, αντιβαίνει στον σκοπό του νόμου.


4. Η αποδεικτική διαδικασία και η στάθμιση των πραγματογνωμοσυνών

Ιδιαίτερη επιστημονική αξία της απόφασης συνίσταται στον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προσεγγίζει την αποδεικτική διαδικασία. Οι ψυχιατρικές και ψυχολογικές πραγματογνωμοσύνες, καθώς και οι εκθέσεις κοινωνικής έρευνας, δεν αξιολογούνται αποσπασματικά, αλλά εντάσσονται σε ένα ενιαίο αποδεικτικό πλέγμα.

Το Δικαστήριο αποδίδει καθοριστική σημασία:

  • στη χρονιότητα και υποτροπιάζουσα φύση της ψυχικής νόσου της μητέρας,

  • στη διαπιστωμένη έλλειψη σταθερής συμμόρφωσης στη φαρμακευτική αγωγή,

  • και στις επιπτώσεις της κατάστασης αυτής στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των ανηλίκων.

Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται τόσο η στιγματοποίηση της ψυχικής ασθένειας όσο και η υποβάθμιση των πραγματικών κινδύνων για το τέκνο.


5. Το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου ως υπέρτερη κανονιστική αρχή

Η απόφαση επαναβεβαιώνει τη νομολογιακά παγιωμένη θέση ότι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου υπερέχει κάθε άλλου έννομου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένου εκείνου των γονέων. Η υπαιτιότητα για τη λύση του γάμου, το φύλο του γονέα ή η μικρή ηλικία του τέκνου δεν λειτουργούν ως αυτοτελή κριτήρια ανάθεσης της επιμέλειας.

Αντιθέτως, το Δικαστήριο προβαίνει σε εξατομικευμένη στάθμιση, λαμβάνοντας υπόψη τη σταθερότητα του περιβάλλοντος, τους αναπτυχθέντες δεσμούς και την ανάγκη ελαχιστοποίησης της διατάραξης της μέχρι τότε ζωής των ανηλίκων.


6. Νομολογιακή αποτίμηση

Η υπ’ αριθμ. 1756/2025 απόφαση ενισχύει τη διαμορφούμενη νομολογιακή τάση σύμφωνα με την οποία ο ν. 4800/2021 δεν εισάγει ένα άκαμπτο μοντέλο συνεπιμέλειας, αλλά ένα κανονιστικό πλαίσιο με σαφή μεν προσανατολισμό, πλην όμως ανοικτό σε ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο.

Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η συνεπιμέλεια δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά εργαλείο, το οποίο υποχωρεί όταν αποδεικνύεται ότι δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του τέκνου.


7. Συμπεράσματα

Η απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης συνιστά σημαντική συμβολή στη νομολογιακή ερμηνεία του ν. 4800/2021. Αναδεικνύει τον κρίσιμο ρόλο της αποδεικτικής διαδικασίας και επιβεβαιώνει ότι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου παραμένει ο αδιαπραγμάτευτος άξονας γύρω από τον οποίο πρέπει να δομείται κάθε δικαστική κρίση περί γονικής μέριμνας και επιμέλειας.